- δυστίβευτος
- δυ-στίβευτος, schwer aufzuspüren
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
δυστίβευτος — δυστίβευτος, ον (Α) αυτός που ανιχνεύεται με δυσκολία … Dictionary of Greek
δυστίβευτος — bad for scent masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δυστίβευτον — δυστίβευτος bad for scent masc/fem acc sg δυστίβευτος bad for scent neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)